Α. Χαρίτσης[1]
Το παρόν άρθρο βασίζεται σε στοιχεία που παρατίθενται στην εκτενή ανάλυση «How We Happened to Sell Off Our Electricity» του James Meek, που δημοσιεύθηκε στο London Review of Books στις 13 Σεπτεμβρίου 2012. O Meek παρέχει στο άρθρο του μια λεπτομερή καταγραφή των ιδιωτικοποιήσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Μεγάλης Βρετανίας στις δεκαετίες ’80 και ’90[2]. Oι αναλογίες που παρουσιάζονται, δεδομένων βεβαίως των ιστορικών και εθνικών ιδιαιτεροτήτων, με την ελληνική περίπτωση είναι σημαντικές και αξίζει να επισημανθούν.
Εισαγωγή
Το 1981, με πληθωρισμό και ανεργία πάνω από 10%, με την πρόσφατα εκλεγείσα κυβέρνηση των Συντηρητικών αναγκασμένη να υποχωρεί στις απαιτήσεις των ανθρακωρύχων, τις περικοπές στις δημόσιες δαπάνες να προκαλούν γενικό αναβρασμό και την πρωθυπουργική καριέρα της Θάτσερ να φαίνεται καταδικασμένη, ένας 38χρονος οικονομολόγος από το Πανεπιστήμιο του Birmingham, ο Stephen Littlechild, αναζητούσε τρόπους να πραγματοποιήσει μια ιδέα που είχε συζητηθεί πολύ στους ριζοσπαστικούς κύκλους των Τόρηδων: τις ιδιωτικοποιήσεις. Οι ιδιωτικοποιήσεις δεν ήταν πατέντα της Θάτσερ. Ο Ισπανός οικονομολόγος Germà Bel εντοπίζει την καταγωγή της λέξης στη γερμανική λέξη Reprivatisierung, η οποία πρωτοχρησιμοποιήθηκε στα Αγγλικά το 1936 από τον ανταποκριτή του Economist στο Βερολίνο, όταν έγραφε για την οικονομική πολιτική των Ναζί. Το 1943, σε μια ανάλυση του προγράμματος του Χίτλερ στο Quarterly Journal of Economics, η λέξη «ιδιωτικοποίηση» εισήχθη στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία για πρώτη φορά. Ο συγγραφέας, Sidney Merlin, έγραφε ότι το κόμμα των Ναζί «διευκολύνει τη συσσώρευση ιδιωτικών περιουσιών και βιομηχανικών αυτοκρατοριών από τα σημαντικότερα μέλη και συνεργάτες του μέσω των «ιδιωτικοποιήσεων» και άλλων μέτρων, εντείνοντας έτσι τη συγκέντρωση των οικονομικών ζητημάτων και της κυβέρνησης σε μια ολοένα και πιο στενή ομάδα ανθρώπων, η οποία μπορεί να οριστεί ως η εθνικοσοσιαλιστική ελίτ».
Βρετανικό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας – Από τον κρατικό έλεγχο στην πλήρως απελευθερωμένη αγορά
Η ιδέα του Littlechild για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Βρετανίας ήταν να ορίσει ένα άνω όριο στις τιμές (ενώ στην Αμερική υπήρχε όριο στα κέρδη). Οι ιδιωτικοποιημένες εταιρείες θα μπορούσαν να αυξήσουν τις τιμές τους κάθε χρόνο κατά ένα ποσοστό ίσο με τον πληθωρισμό, μείον έναν παράγοντα Χ, (RPI – X), τον οποίο ο ρυθμιστής της αγοράς θα καθόριζε κάθε πέντε χρόνια. Η λογική ήταν ότι η κάτω του πληθωρισμού αύξηση των τιμών θα έδινε κίνητρο στις επιχειρήσεις να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, επενδύοντας σε νέες τεχνολογίες, φθηνότερες πρώτες ύλες, καλύτερη διαχείριση των επιχειρήσεών τους κλπ. Οι τιμές έτσι θεωρητικά θα έπεφταν, σε πραγματικούς όρους, κάθε χρόνο. Αυτό όμως που δεν ήταν εμφανές στους περισσότερους ήταν ότι το νέο μοντέλο επέτρεπε στις ιδιωτικοποιημένες ηλεκτρικές εταιρείες να προχωρήσουν σε οικονομικό dumping ώστε να παραμείνουν ανταγωνιστικές. Έτσι, δρομολογήθηκε μια διαδικασία μείωσης των μισθών, μείωσης των επιπέδων συντήρησης του εξοπλισμού, υποεπένδυσης στις υποδομές και ελλιπούς μέριμνας για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων τους.
Ο ηλεκτρισμός ωστόσο δεν είναι ένα εμπόρευμα σαν το χαλκό ή τον καφέ ή το νερό. Είναι το μόνο αγαθό που είναι ταυτόχρονα απαραίτητο στη σύγχρονη ζωή και εξαιρετικά δαπανηρό σε μεγάλα μεγέθη να αποθηκευτεί. Ένα ηλεκτρικό σύστημα πρέπει να μπορεί να παράγει και να μεταφέρει όση ενέργεια ζητά η κοινωνία την οποία εξυπηρετεί κάθε στιγμή. Ο μόνος αποδοτικός τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι η κοινωνία να επενδύσει γιγαντιαίες ποσότητες εργασίας και πόρων επί γενιές ολόκληρες για να σχεδιάσει, να χτίσει και να συντηρήσει ένα δίκτυο σταθμών ηλεκτροπαραγωγής και καλωδίων παροχής, με πλεονάζουσα ισχύ ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει βλάβες και αιχμές της ζήτησης.
Η Βρετανία έχτισε ένα τέτοιο πολύπλοκο και εξαιρετικά δαπανηρό δίκτυο στα μέσα του 20ου αιώνα, πολύ πριν η κυβέρνηση το σαλαμοποιήσει, αντικαθιστώντας τον κεντρικό σχεδιασμό με εμπορικά συμβόλαια μεταξύ προμηθευτών, παραγωγών και «μεταφορέων» ενέργειας. Οι τοπικοί προμηθευτές ηλεκτρισμού, οι 12 «περιφερειακές διευθύνσεις ηλεκτρικής ενέργειας» (regional electricity boards), ιδιωτικοποιήθηκαν σαν 12 ξεχωριστές εταιρείες το 1990. Πλέον, θα αγόραζαν την ηλεκτρική τους ενέργεια στη χοντρική, θεωρητικά σε τιμές αγοράς, κυρίως από τις τρεις μεγάλες ιδιωτικοποιημένες εταιρείες: National Power και Powergen, που ανέλαβαν το 1991 τους μεγάλους θερμικούς σταθμούς του CEGB (της βρετανικής ΔΕΗ δηλαδή), με καύσιμο λιθάνθρακα, και British Energy, ιδιοκτήτη των νεότερων πυρηνικών σταθμών, η οποία εισήχθη στο χρηματιστήριο το 1996.
Η χειραγώγηση της αγοράς
Συνυπολογίζοντας τα κόστη της πλεονάζουσας δυναμικότητας και τα διαφορετικά προφίλ των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, φτιάχτηκε ένα εξαιρετικά περίπλοκο σύστημα καθορισμού των τιμών χοντρικής της ηλεκτρικής ενέργειας. Στη δεκαετία του 1990, το κόστος του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και του λιθάνθρακα μειώθηκε και ένα επιθετικό μάνατζμεντ έκανε τη λειτουργία των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής πολύ φτηνότερη, κυρίως μειώνοντας τον αριθμό των εργαζόμενων. Κι όμως, η τιμή χοντρικής έμεινε σταθερή. Οι μεγάλοι παίχτες της αγοράς βρήκαν τρόπους να χειραγωγούν την αγορά ώστε να μένουν οι τιμές ψηλά.
Οι ιδιωτικοποιημένες ηλεκτρικές εταιρείες επωφελήθηκαν από μισό αιώνα τεράστιων δημόσιων επενδύσεων σε ένα υπερδιαστασιολογημένο και πολύ καλά διατηρημένο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας που μπορούσε να παράγει περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από ό,τι χρειαζόταν η χώρα. Οι ομοιότητες με την ελληνική περίπτωση είναι ξεκάθαρες, αφού η ίδρυση και ανάπτυξη της ΔΕΗ, στα πλαίσια του έντονου παραγωγισμού που διέτρεχε οριζόντια το πολιτικό σύστημα της εποχής, αποτέλεσε την ατμομηχανή του καπιταλιστικής ανάπτυξης των δεκαετιών ’50 έως ’70, μια αναπτυξιακή διαδικασία που χρησιμοποίησε τεράστιους ανθρώπινους, φυσικούς και οικονομικούς πόρους του Ελληνικού Δημοσίου. Όπως και στην Βρετανία οι υποδομές αυτές επιχειρείται σήμερα να μεταβιβαστούν σε ιδιώτες με πενιχρό αντίτιμο.
Στη Βρετανία, τα πρώτα χρόνια της ιδιωτικοποίησης, οι ηλεκτρικές εταιρείες μπορούσαν να μειώσουν τις επενδύσεις, χωρίς κανείς, εκτός από το προσωπικό τους, να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες. Οι υπερ-επενδύσεις μετατράπηκαν σε υπο-επενδύσεις, αλλά οι συνέπειες της μεταστροφής θα γίνονταν αντιληπτές αργότερα. Τα μικρά χρέη και τα μεγάλα κέρδη των ιδιωτικοποιημένων εταιρειών ηλεκτρισμού τράβηξαν το ενδιαφέρον επιχειρήσεων ενέργειας από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ακριβώς την περίοδο που η Καλιφόρνια έπαιρνε την καταστροφική απόφαση να αντιγράψει το Βρετανικό μοντέλο ανοίγοντας στον ανταγωνισμό το ηλεκτρικό της σύστημα, ενεργειακές εταιρείες των ΗΠΑ ξόδεψαν το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 10 δισ. λιρών για την εξαγορά Βρετανικών επιχειρήσεων ενέργειας.
Οι συνέπειες της ιδιωτικοποίησης
Το πλεόνασμα παραγόμενης ηλεκτρικής ισχύος που προκάλεσε η ανεξέλεγκτη λειτουργία νέων ιδιωτικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής ήταν μια πολιτική και βιομηχανική καταστροφή. Το νέο κύμα σταθμών με φυσικό αέριο πήρε αρκετά μεγάλο μερίδιο της αγοράς από τους ανθρακικούς και πυρηνικούς σταθμούς ώστε να τους φέρει στα όρια της χρεωκοπίας, αλλά ταυτόχρονα δεν είχε αρκετή ισχύ ώστε να τους αντικαταστήσει πλήρως αν έκλειναν.
Τα συσωρευτικά αποτελέσματα του κανόνα «RPI-X» του Littlechild και οι υποεπενδύσεις που προκάλεσε, άφησαν το Βρετανικό σύστημα ηλεκτρισμού σε κατάσταση μεγάλης φθοράς. Ενδεικτικά, το 50% των εν λειτουργία Βρετανικών σταθμών παραγωγής προγραμματίζεται να κλείσουν έως το 2020 λόγω κακής συντήρησης.
Η πιο απρόσμενη συνέπεια της απελευθέρωσης της ηλεκτρικής βιομηχανίας της χώρας ήταν η σταδιακή απορρόφηση των φιλέτων του κλάδου από τη γαλλική EDF. Ξεκινώντας με την εξαγορά της London Electricity (Ηλεκτρική Εταιρεία Λονδίνου) το 1998, η EDF διαθέτει σήμερα πολλούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής στη Βρετανία, συμπεριλαμβανομένων αρκετών πυρηνικών αντιδραστήρων που παρέχουν περίπου το ένα έκτο της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.
Αυτό που επικράτησε τελικά στην περίπτωση του Βρετανικού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας ήταν η καρτελοποίηση: ένα ολιγοπώλιο επιχειρήσεων κατά βάση μη βρετανικών, το οποίο, λόγω της έλλειψης ρυθμιστικού πλαισίου, κατόρθωσε να χειραγωγήσει τις τιμές και να επιβάλει οριζόντιες αυξήσεις στα τιμολόγια ρεύματος που έπληξαν κυρίως τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Meek, «επειδή οι κρυφοί φόροι στους λογαριασμούς του ρεύματος δε λαμβάνουν καθόλου υπόψη την ικανότητα πληρωμής των καταναλωτών, όσο φτωχότερος είσαι τόσο μεγαλύτερη η συνεισφορά σου στο πρόγραμμα». Σύμφωνα με μελέτες[3], οι φτωχοί που δεν έχουν πρόσβαση σε πακέτα προπληρωμής πληρώνουν κατά μέσο όρο 25% σε σχέση με πιο ευκατάστατα στρώματα που χρησιμοποιούν αντίστοιχα προγράμματα. Συνολικότερα, η ιδιωτικοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας δεν έφερε χαμηλότερες τιμές.
Θα πρέπει βεβαίως να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον Meek, το προ της ιδιωτικοποίησης δημόσιο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας της Βρετανίας ήταν μεν αξιόπιστο αλλά κακοδιαχειριζόμενο. Διασπάθιση δημόσιου χρήματος, γραφειοκρατία, εσωτερικά ιδιωτικά συμφέροντα που λυμαίνονταν τον οργανισμό, σπατάλες σε υλικά, ήταν μερικά από τα προβλήματα πάνω στα οποία στηρίχθηκε επικοινωνιακά η επιχείρηση ιδιωτικοποίησης του συστήματος. Οι αναλογίες με την ελληνική περίπτωση είναι προφανείς. Αντί, αξιοποιώντας τις τεράστιες δημόσιες επενδύσεις των προηγούμενων δεκαετιών, το σύστημα να μεταρρυθμιστεί, να εξυγιανθεί και να περάσει υπό ουσιαστικό δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο, το σύστημα οδηγήθηκε σε πλήρη ιδιωτικοποίηση.
Διαπιστώσεις και διδάγματα για την ελληνική περίπτωση
Συμπερασματικά, το βρετανικό παράδειγμα της ιδιωτικοποίησης της αγοράς και της δεσπόζουσας θέσης που απέκτησε η EDF σε αυτή, εντάσσεται συνολικότερα σε μια τάση διαμόρφωσης υπερεθνικών ολιγοπωλίων στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας («τα 7 αδέρφια» (seven brothers), όπως τα ονομάζει ο Thomas[4], κατ’ αναλογία προς τις «7 αδερφές» (seven sisters), τις 7 μεγάλες πολυεθνικές πετρελαϊκές). Επιχειρώντας να συνοψίσουμε, βασιζόμενοι στη βρετανική εμπειρία, τις επιπτώσεις των ιδιωτικοποιήσεων στην αγορά ενέργειας, θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στα παρακάτω:
- χαμηλές επενδύσεις με αρνητική επίπτωση στην ενεργειακή επάρκεια
- υψηλότερες τιμές για τους καταναλωτές, κυρίως για τους οικιακούς και τα χαμηλότερα στρώματα
- απολύσεις και περιστολή εργασιακών δικαιωμάτων
- απώλεια δυνατότητας χάραξης εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού
- διείσδυση επενδυτών από τη χρηματιστική σφαίρα σε έναν εξαιρετικά ευαίσθητο κοινωνικά και οικονομικά τομέα
- δραστική μείωση επενδύσεων για τον περιορισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
