Ήδη από την επόμενη ημέρα της εισόδου της χώρας στο πρώτο Μνημόνιο, η περιστολή των δαπανών για φάρμακα διαφημίστηκε ως μέσο εξοικονόμησης και εξορθολογισμού των δημόσιων οικονομικών. Πρώτο μέλημα, η κατά απόλυτη προτεραιότητα αύξηση της διείσδυσης των γενόσημων φαρμάκων στην εγχώρια αγορά φαρμάκου (και πιο συγκεκριμένα στην κυκλοφορία και κυρίως τη συνταγογράφηση). Υπενθυμίζεται ότι τα γενόσημα είναι αντίγραφα φαρμάκων, που έχουν την ίδια αποτελεσματικότητα και θεραπευτική δράση με τα ακριβότερα, πρωτότυπα φάρμακα (in patent), αν και δεν διαθέτουν, τις περισσότερες φορές, στη σύστασή τους τα ίδια στοιχεία. Δεύτερο μέλημα, η υποτιθέμενη τιμολόγηση των γενόσημων φαρμάκων στο 40% της τιμής των πρωτότυπων φαρμάκων. Τρίτο και πιο πρόσφατο μέλημα (Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Στρατηγικής 2013-2016), η συνταγογράφηση γενόσημων φαρμάκων αλλά και η ενδεχόμενη αλλαγή της ιατρικής συνταγής από τον φαρμακοποιό, σύμφωνα με τη δραστική ουσία και όχι σε συνάρτηση με την εμπορική ονομασία του φαρμάκου. Εξαιρέσεις θεσπίστηκαν μόνο για χρονίως πάσχοντες και ειδικές κατηγορίες ασθενών, έπειτα και από τις έντονες αντιδράσεις για τις πολλαπλές συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής στη θεραπευτική πορεία ή τη συντηρητική αγωγή τους[2].
Από τη σπατάλη της δεκαετίας του 2000 στην αναποτελεσματική προώθηση των γενόσημων
Για να φθάσουν στο σημείο οι μνημονιακές κυβερνήσεις του δικομματισμού και των προθύμων συνεργατών τους, να προπαγανδίζουν ως πανάκεια λύτρωσης από το άγος των υπέρογκων φαρμακευτικών δαπανών τη συνταγογράφηση γενόσημων φαρμάκων, χρειάστηκε να προηγηθεί ένα όργιο σπατάλης, στα χρόνια των κυβερνήσεων του «δικομματισμού χωρίς Μνημόνιο». Η φαρμακευτική πολιτική στην Ελλάδα αποδείχθηκε αρκούντως δαπανηρή και καταστρεπτική για τα δημόσια οικονομικά, τους κλάδους υγείας των ασφαλιστικών ταμείων αλλά και το πορτοφόλι του μέσου Έλληνα και αλλοδαπού κατοίκου της χώρας. Τη δεκαετία του 2000 η κατά κεφαλήν δαπάνη για φάρμακα εκτοξεύτηκε στην Ελλάδα, εξαιτίας κυρίως κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων των κυβερνήσεων της ΝΔ (2004-2009), όπως ήταν η κατάργηση της λίστας φαρμάκων και οι συνεχείς αναθεωρήσεις προς τα πάνω των τιμών φαρμάκου στα διαδοχικά δελτία τιμών που εξέδιδε το αρμόδιο υπουργείο Υγείας (αποτέλεσμα και του κατακλυσμού της αγοράς από νέα ακριβά πρωτότυπα και προστατευόμενα ως προς τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας φάρμακα). Είναι εύγλωττος ο πίνακας του ΟΟΣΑ που ακολουθεί με αντικείμενο την κατά κεφαλήν δαπάνη σε φάρμακα, όπως αυτή αναδιαμορφώθηκε (και κατά κανόνα αυξήθηκε, με εξαίρεση τη Μεγάλη Βρετανία) σε 20 ευρωπαϊκές χώρες κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας. Η Ελλάδα από 15η στη λίστα το 2000, εκτοξεύεται στην 1η θέση το 2008, κατακτώντας άνετα ένα διόλου επίζηλο χρυσό μετάλλιο στον τομέα της φαρμακευτικής δαπάνης: από κάτι λιγότερο από 200 ευρώ ανά κάτοικο, σε περίπου 700 ευρώ ανά κάτοικο. Με άλλα λόγια, υπερτριπλασιασμός της κατά κεφαλήν φαρμακευτικής δαπάνης, μέσα σε 8 έτη.
Συνολική φαρμακευτική κατά κεφαλήν δαπάνη (ευρώ), σύγκριση έτους 2008 με έτος 2000
Πηγή: ΟΟΣΑ, Δεδομένα Υγείας 2011
Την ίδια χρονική περίοδο, καταγράφεται πολύ χαμηλή απήχηση και διείσδυση στην εγχώρια φαρμακευτική αγορά των γενόσημων φαρμάκων. Σύμφωνα με την έκθεση McKinsey[3], τα αποτελέσματα της οποίας αποτυπώνονται στο διάγραμμα που ακολουθεί, σε ό,τι αφορά για το 2009 την αγορά μη πρωτοτύπων φαρμάκων [off patent (εκτός προστατευτικής πατέντας) και γενόσημα ταυτόχρονα], η Ελλάδα βρίσκεται τελευταία στον πίνακα 15 χωρών από όλο τον κόσμο, με ποσοστό μόλις 32% στον όγκο πωλήσεων γενόσημων φαρμάκων (μονάδες, τεμάχια φαρμάκων, ή, στη γλώσσα της φαρμακευτικής αγοράς, units).
Πηγή: McKinsey (2011)
Με αναγωγή στο σύνολο της φαρμακευτικής αγοράς (πρωτότυπα in patent φάρμακα, off patent πρώην προστατευμένα φάρμακα, γενόσημα φάρμακα), το ποσοστό απήχησης των γενόσημων μειώνεται στο 19% τόσο στον όγκο όσο και στο συνολικό κόστος (μονάδες και αξίες, units and values), κατάσταση που, όπως φαίνεται από πρόσφατη διαμαρτυρία της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ), και παρά τις περί του αντιθέτου κυβερνητικές και φιλομνημονιακές διακηρύξεις, δεν έχει αλλάξει. Η ΠΕΦ έχει κάθε λόγο να διαμαρτύρεται, καθώς η χαμηλή προώθηση γενόσημων φαρμάκων τορπιλίζει τις όποιες δυνατότητες της εγχώριας, φαρμακοβιομηχανίας για αυθύπαρκτη ανάπτυξη και παραγωγή των δικών της γενόσημων φαρμάκων. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι φαίνεται να επικρατεί συνειδητή σύγχυση στην ελληνική αγορά ανάμεσα στα γενόσημα φάρμακα και τα εκπίπτοντα από το καθεστώς προστασίας (off patent) φάρμακα, με αποτέλεσμα να διατηρούνται υψηλά επίπεδα τιμολόγησης προς όφελος των ίδιων πολυεθνικών φαρμακευτικών εταιριών, που τα επαναπροωθούν στην αγορά ως δήθεν γενόσημα και πάντα με υψηλό κέρδος.
Ακριβά πρώην in patent που προωθούνται σαν γενόσημα
Τα γενόσημα φάρμακα που κυκλοφορούν και κυρίως συνταγογραφούνται είναι λιγότερα από δύο στα δέκα (18% του όγκου πωλήσεων), με αποτέλεσμα αφενός να υποσκάπτονται εν τη γενέσει τους οι προοπτικές ανάπτυξης της εγχώριας παραγωγής γενόσημων φαρμάκων και αφετέρου να αυξάνεται η συνολική φαρμακευτική δαπάνη, είτε αυτή εκπορεύεται από τους κλάδους υγείας των ασφαλιστικών ταμείων (και κυρίως του ΕΟΠΥΥ), είτε από τις προμήθειες στα δημόσια νοσοκομεία, είτε, τέλος, από το πορτοφόλι του πληθυσμού της χώρας[4]. Με άλλα λόγια, η τεχνητή και ψευδεπίγραφη σύγχυση που επικρατεί ανάμεσα στα πρώην in patent φάρμακα και τα γενόσημα φάρμακα βοηθά τις μεγάλες εταιρίες του χώρου να συνεχίζουν να πλασάρουν, ως δήθεν γενόσημα και σε υψηλές τιμές, πρωτότυπα φάρμακα που έχουν εκπέσει της αυξημένης προστασίας της πατέντας.
Ως προς το σκέλος της εκτόξευσης της φαρμακευτικής δαπάνης στα γνωστά υψηλά επίπεδα, όπως ο πρώτος πίνακας αποτύπωνε, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η τιμολόγηση των γενόσημων φαρμάκων στο 80% της τιμής των πρωτότυπων (in patent), παρά τα διεθνώς κρατούντα πρότυπα (30-40% της τιμής in patent φαρμάκων), γεγονός στο οποίο αναφερόταν, αν και με τρόπο που προσιδίαζε σε ευχολόγιο, και ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκου (ΕΟΦ) στην πρώτη επίκαιρη παρέμβασή του για το θέμα τον περασμένο Φεβρουάριο[5] . Έτσι καταρρέει και ένα βασικό επιχείρημα περί της δήθεν εξοικονόμησης πόρων που υποτίθεται ότι έχει ήδη συντελεστεί.
Ανεπαρκής έλεγχος γενόσημων και σχετικοί κίνδυνοι
Στην ίδια παρέμβαση όμως αποσιωπούταν το γεγονός ότι, ενώ στην Ελλάδα υπολογίζονται σε περίπου 3.000 τα γενόσημα φάρμακα που κυκλοφορούν (αν και δεν τυγχάνουν όλα συνταγογράφησης ή πώλησης και διάθεσης), περίπου το 1/10 από αυτά δεν έχουν υποβληθεί σε κλινικές έρευνες ισοδυναμίας και αποτελεσματικότητας από τον ΕΟΦ, αν και κατά τα άλλα κυκλοφορούν στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 1990. Την ομολογία αυτή έχει κάνει ο αναπληρωτής υπουργός Υγείας Μάριος Σαλμάς από τον περασμένο Αύγουστο[6] .
Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει νεότερη εξέλιξη στο θέμα, ούτε κάποια ανακοίνωση του ΕΟΦ που να αποδεικνύει ότι διεκπεραιώθηκαν αυτές οι κλινικές έρευνες και πιστοποιήθηκε η καταλληλότητα και κυρίως η θεραπευτική αποτελεσματικότητα αυτών των φαρμάκων. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι να περισσεύει εύλογα η δυσπιστία για τις πραγματικές δυνατότητες αλλά και τις ενδεχόμενες δυσμενείς για την υγεία του ασθενή συνέπειες από την κατανάλωση όχι μόνο αυτών των γενόσημων φαρμάκων, αλλά και όσων γενόσημων φαρμάκων κυκλοφορήσουν από τούδε και στο εξής που δεν θα τύχουν της έγκαιρης κλινικής έρευνας και πιστοποίησης από τον υποστελεχωμένο και υποχρηματοδοτούμενο ΕΟΦ.
Για μια αριστερή πολιτική φαρμάκου
Μια διαφορετική πολιτική της κυβέρνησης της Αριστεράς στο θέμα των γενόσημων φαρμάκων και της ευρύτερης φαρμακευτικής πολιτικής εκκινεί ακριβώς από την ενίσχυση του ρόλου και του εύρους παρέμβασης του ΕΟΦ. Είναι απαραίτητος ένας ΕΟΦ με ευρύ πεδίο αρμοδιοτήτων στη χάραξη φαρμακευτικής πολιτικής, η οποία έχει ως πυρήνα την ανάπτυξη και την προστασία της εγχώριας παραγωγής γενόσημων φαρμάκων, με στόχο την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αυτάρκεια της Ελλάδας, αλλά και την τόνωση της εξαγωγικής της δύναμης, την εξοικονόμηση πόρων από τα ταμεία του κράτους και της ασφάλισης των πολιτών, καθώς και τη δημιουργία θέσεων εργασίας στην ελληνική φαρμακευτική βιομηχανία, με παράλληλη μεγέθυνση του ερευνητικού πεδίου στον τομέα του φαρμάκου. Ταυτόχρονα, μια επέκταση του υποστηρικτικού και ελεγκτικού ρόλου του ΕΟΦ στην έρευνα και την παραγωγή στα ημεδαπά εργοστάσια φαρμάκου ενισχύει την αξιοπιστία των γενόσημων φαρμακευτικών προϊόντων στη συνείδηση της κοινωνίας και υπεραμύνεται της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας των φαρμακευτικών αυτών σκευασμάτων. Με απλά λόγια, το μοντέλο των μνημονιακών κυβερνήσεων «γενόσημα εισαγόμενα, ακριβά και χωρίς τους κατάλληλους, ποιοτικούς ελέγχους» έχει απάντηση από την πλευρά της Αριστεράς: ποιοτικά, αποτελεσματικά, φθηνά γενόσημα φάρμακα, εγχώριας παραγωγής με γνώμονα την προστασία της υγείας του ασθενή καταναλωτή και την τόνωση της εγχώριας βιομηχανίας φαρμάκου.
[1] Ο Γ. Νικολόπουλος είναι συνεργάτης της ΕΕΚΕ Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ.
[2] ΦΕΚ 3057/18 Νοεμβρίου 2012, «Εξαιρέσεις στη συνταγογράφηση με δραστική ουσία» http://www.ygeianet.gr/box/cal/33055.pdf
[4] Αναλυτικά: Έλληνες φαρμακοβιομήχανοι «Μόνο δύο στα δέκα φάρμακα είναι γενόσημα», 17/10/2012 http://www.ygeianet.gr/keimeno.php?id=32366
